Αρχική σελίδα Νέα - Ανακοινώσεις Νέα - Ανακοινώσεις Θεωρίες Συμβουλευτικής Προσέγγισης στην Εκπαιδευτική Διαδικασία

Θεωρίες Συμβουλευτικής Προσέγγισης στην Εκπαιδευτική Διαδικασία

Θεωρίες Συμβουλευτικής Προσέγγισης στην Εκπαιδευτική Διαδικασία.

Ο εκπαιδευτικός σήμερα είναι από τη φύση των πραγμάτων ένα εν δυνάμει σύμβουλος. Η σχολική καθημερινότητα δεν μπορεί πλέον ν’ αντιμετωπιστεί στατικά. Η εφηβική ηλικία, η οικονομική κρίση, τα πολυεπίπεδα και πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζει όχι μόνο ο μαθητής/τρια αλλά και η ίδια η ελληνική οικογένεια μεταφέρονται σχεδόν καθημερινά στην σχολική αίθουσα. Γι το σκοπό αυτό επιμεληθήκαμε τη σύνοψη τεσσάρων βασικών θεωριών συμβουλευτικών προσεγγίσεων προς ενημέρωση αλλά και ενίσχυση του εκπαιδευτικού από ένα στοιχειώδες θεωρητικό πλαίσιο γύρω από τη Συμβουλευτική.

Α. Ψυχοδυναμική προσέγγιση.

Η ψυχανάλυση όπως διευκρινίζει ο εμπνευστής της S. Freud είναι μια διαδικασία διερεύνησης των νοητικών και συναισθηματικών διεργασιών, μια θεωρία της προσωπικότητας, αλλά και μια μέθοδος θεραπείας ψυχικών διαταραχών. Η συμβολή της θεωρίας θεωρείται καταλυτική στην εξέλιξη της ψυχολογίας. Στον Φρόιντ οφείλεται η ανακάλυψη της παιδικής ηλικίας όπως και μια διαφορετική στροφή στον άνθρωπο και στον υποκειμενικό του κόσμο. Η ανακάλυψη των μη συνειδητών λειτουργιών της προσωπικότητας και η έμφαση στο ρόλο που παίζει η ανάπτυξη των ψυχολογικών μηχανισμών άμυνας του ατόμου και ο διαμορφωτικός του ρόλος της σχέσης του με του γονείς, ο επαναπροσδιορισμός της ψυχικής υγιεινής, λειτούργησαν ως κινητήριες δυνάμεις και έδωσαν ώθηση για άλλες εξερευνήσεις του ψυχικού κόσμου.

Πολλά στοιχεία της ψυχοδυναμικής προσέγγισης υπάρχουν διάχυτα σε όλες σχεδόν τις σχολές της Συμβουλευτικής. Για παράδειγμα οι μηχανισμοί άμυνας πιστεύεται από κάθε σχολή ότι αποτελούν βασικό εμπόδιο στην επικοινωνίας του ατόμου με συμβουλευόμενου με τον σύμβουλο.

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση βασίζεται κυρίως στην ιδέα ότι το άτομο θα ωφεληθεί από την γνώση, την κατανόηση και την βίωση των βαθύτερων του σκέψεων κινήτρων και συναισθημάτων. Ακόμα και από την ψηλάφηση των βαθύτερων αιτιών της δημιουργίας των μηχανισμών άμυνας. Οι τελευταίοι αν και αρχικά βοηθούν το άτομο να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του στην συνέχεια το άτομο παγιδεύεται σε αυτούς και χρειάζεται τη βοήθεια του ψυχαναλυτή για την απελευθέρωσή του  και την ωρίμανσή του.

Ο ψυχαναλυτής πρέπει να είναι πολύ έμπειρος ώστε να κάνει κάθε φορά τη σωστή διάγνωση, κατανοώντας τους «νόμους» που ακολουθεί το άτομο και να κατευθύνει σωστά τη διαδικασία της αφύπνισης και της απελευθέρωσης μέσα από την συνειδητή γνώση του παρελθόντος του, αλλά και των μηχανισμών άμυνας στους οποίους κάθε φορά καταφεύγει.

Ο Φρόιντ δεν άφησε λεπτομερή περιγραφή της ψυχαναλυτικής θεραπείας αλλά ένα γενικό πλαίσιο. Ο ίδιος μάλιστα αναθεώρησε πολλά προς το τέλος της ζωής του.

Ενδεικτικό αυτής της μεταστροφής η μετατόπισή του από την θεραπεία των συμπτωμάτων στην ανεύρεση των αιτιών που προκαλούν τα συμπτώματα. Σημαντική είναι η συμβολή του Φρόιντ είναι η έμφαση στο παράλογο, όπου κυριαρχούν οι έννοιες των ασυνειδήτων  κινήτρων των συγκρούσεων και του συμβολισμού.

 

Η φύση του ανθρώπου.

 

Η συμπεριφορά κατά τον Φρόιντ παρακινείται από τις βασικές βιολογικές ανάγκες του ανθρώπου από το ένστικτο της ζωής. Ο έρως (libido) είναι η βασικότερη πηγή ψυχικής ενέργειας και ωθεί τον άνθρωπο για δράση. Πρόκειται για σεξουαλικά ορμέφυτα, ενώ από την άλλη υπάρχει και ο λεγόμενος «Θάνατος» που αντιστοιχεί στην στα επιθετικά αυτοκαταστροφικά ένστικτα.

Ο Φρόιντ υποστηρίζει ότι το ένστικτο της ζωής λειτουργεί με στόχο την ευχαρίστηση. Θεωρεί ότι ο έρωτας ή το ένστικτο της ζωής λειτουργεί με δύο συσχετιζόμενους τρόπους. «Πρώτα απ ‘όλα ο έρωτας ωθεί την επίτευξη ευρύτερων συνδέσεων και τη δημιουργία ακόμη μεγαλύτερων συνόλων – δραστηριοτήτων που είναι ευχάριστα. Αντίθετα το ένστικτο του θανάτου είναι η τάση προς το κλείσιμο του εαυτού από τους άλλους και το καινούργιο. Η έμφαση βρίσκεται στην προστασία του εαυτού με το αποκλεισμό των άλλων και την εμμονή στην επανάληψη του συνηθισμένου και του συγκεκριμένου Κατά τον Φρόιντ αυτό το κλείσιμο είναι το αντίθετο της τάσης για τη δημιουργία ευρύτερων σχέσεων ευρύτερων ενοτήτων.

Στο επίκεντρο της ψυχαναλυτικής θεωρίας του Φρόιντ βρίσκονται δυο υποθέσεις:

Η πρώτη είναι εκείνη του ψυχολογικού ντερτεμινισμού (κάθε ψυχικό γεγονός προκαλείται από άλλα προηγούμενα), δίνοντας έτσι στην ψυχική ενέργεια μια μηχανιστική διάσταση.

Η δεύτερη βασίζεται στο γεγονός ότι αντίθετα με ότι υποστηρίζεται οι συνειδητές διεργασίες και συμπεριφορές είναι περισσότερο εξαίρεση παρά κανόνας.

 

Βασικές έννοιες της Θεωρίας της προσωπικότητας.

 

Ο Φρόιντ με μια τοπογραφική θεωρία διέκρινε τρεις τομείς στους οποίους εντάσσονται τα ψυχολογικά φαινόμενα:

Α). Το ασυνείδητο, που περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να έλθουν στη συνείδηση.

Β). Το συνειδητό που περιλαμβάνει οτιδήποτε μπορεί να βρεθεί στην συνείδηση οποιαδήποτε στιγμή.

Αργότερα ο Φρόιντ υιοθέτησε μια δομική ανάλυση της προσωπικότητας  χωρίζοντας το όλο σύστημα σε τρία μέρη: το Προεγώ (Id), το Εγώ  και το Υπερεγώ.

Το Προεγώ (id) είναι ην πηγή των ενστίκτων και ορμών, των φυσικών κινήτρων των ανεκπαίδευτων και πρωτόγονων αντιδράσεων.

Το Εγώ, είναι το συνειδητό και λογικό μέρος του εαυτού που έχει αντίληψη, είναι προσαρμοστικό, εκτιμά την κοινωνική πραγματικότητα υπολογίζει πότε είναι κατάλληλη η στιγμή για την ικανοποίηση των διαφόρων αναγκών.

Το Υπερεγώ: Διέπεται από την ηθική της ηθικότητας. Αντιπροσωπεύει τις ηθικές

Σημαντική η συμβολή του Φρόιντ υπήρξε η μελέτη στην συμβολή του άγχους.

 

Η ψυχαναλυτική μέθοδος στην Συμβουλευτική διαδικασία.

Σύμφωνα με τον Φρόιντ τα αίτια της νεύρωσης ανιχνεύονται  στην κακή διαχείριση των σεξουαλικών ενστίκτων κατά το παρελθόν με κύρια εστίαση το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

Στην ψυχαναλυτική μέθοδο δεν υπάρχουν συνταγές. Το κάθε άτομο αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση. Κύρια χαρακτηριστικά αυτής της προσέγγισης είναι:

  • Η ήρεμη συγκέντρωση του ασθενούς ώστε να μιλήσει ήρεμα.
  • Με ύπνωση ή με ελεύθερους συνειρμούς έρχονται στην επιφάνεια ξεχασμένα σημαντικά γεγονότα και τραυματικές εμπειρίες.
  • Το άτομο ενθαρρύνεται να ψάξει και να ανακαλύψει ασυνείδητα κίνητρα που είναι τα πραγματικά αίτια της τωρινής του συμπεριφοράς. Ανακαλύπτει απωθημένα συναισθήματα και τα ομολογεί.
  • Ο αναλυτής ερμηνεύει κάθε διάγνωση και το άτομο διδάσκεται για να καταλάβει τι του συμβαίνει για να το ξεπεράσει.
  • Ο αναλυτή είναι παθητικό και σιωπηλός στην αρχή, αργότερα όμως συζητά και προβάλλει ερμηνείες.
  • Το άτομο ελαφρώνει από το βάρος των απωθημένων εμπειριών. Ένα είδος κάθαρσης έχει συντελεστεί.

 

 

B. Θεωρίες της συμπεριφοράς.

 

Η διαδικασία της μάθησης κατά την μπιχεβοριστική θεωρία.

Η διαδικασία της μάθησης συντελείται με την λειτουργία τεσσάρων σημαντικών μηχανισμών.

  • Της έμφυτης ορμής ή του ένστικτου που ενεργοποιεί την συμπεριφορά.
  • Του ερεθίσματος του σήματος, δηλαδή εκείνου που προκαλεί τις έμφυτες (ανεξάρτητες) ή επίκτητες (εξηρτημένες) δηλαδή μαθημένες αντιδράσεις.
  • Της αντίδρασης, δηλαδή της ανταπόκρισης του οργανισμού σε ένα ερέθισμα του περιβάλλοντός του.
  • Της ενίσχυσης του μηχανισμού δηλαδή εκείνου που διευκολύνει η κατευθύνει τη συμπεριφορά, είτε με το να συνδυάζεται ένα – αρχικά ουδέτερο- ερέθισμα που συνδυάζεται με τη παρουσία ενός άλλου που ικανοποιεί κάποια ανάγκη, είτε με το να αμείβονται ορισμένες μορφές συμπεριφοράς με επιθυμητές συνέπειες.

Η ενίσχυση είναι ο μηχανισμός στον οποίο στηρίζεται η μάθηση (δηλαδή η αλλαγή της συμπεριφοράς) και βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των μπηχεβοριστών.

Ένας κατάλληλα σχεδιασμένος χειρισμός των ενισχύσεων μπορεί να κατευθύνει τη μάθηση σε επιθυμητούς στόχους ή και εξαλείψει μαθημένες αντιδράσεις. Η μάθηση ορισμένης συμπεριφοράς συντελείται χάρις στην δυνατότητα του οργανισμού να κάνει διάφορες χωροχρονικές συνδέσεις που σχετίζονται με την ικανοποίηση κάποιας ανάγκης.

Σύμφωνα με την κλασσική εξαρτημένη μάθηση που βασίζεται στην θεωρία του Pavlov ενίσχυση είναι η εμφάνιση ενός φυσικού ερεθίσματος (π.χ φαγητού) το οποίο προκαλεί μια φυσική αντίδραση (π.χ έκκριση σάλιου) αμέσως μετά από ένα άσχετο σήμα – ερέθισμα  (π.χ ήχος κουδουνιού). Παίρνοντας ως παράδειγμα το πείσμα του Pavlov με το να εμφανίσουμε την τροφή μετά από τον ήχο του κουδουνιού ενισχύουμε την αντίδραση έκκρισης σάλιου στο άκουσμα του ήχου αυτού και έτσι εκπαιδεύουμε ένα σκύλο να αντιδρά κατά ένα ορισμένο τρόπο.

Η επίκτητη αντίδραση που έγινε χάρις στην λειτουργία τη ενίσχυσης είναι προϊόν μάθησης ή επιθυμητή αλλαγή της συμπεριφοράς.

Καθώς το άτομο αναπτύσσεται από βρέφος σε ενήλικα, εμπλέκεται σε περισσότερες σύνθετες καταστάσεις ερεθίσματος – αντίδρασης, φαινόμενο που στη θεωρία της μάθησης ονομάζεται εξάρτηση ανώτερης τάξης.

Κατά την διαδικασία της εξάρτησης αυτής αναπτύσσεται μια σειρά υποκατάστατων ή εξαρτημένων ερεθισμάτων αντιδράσεων έτσι που σε πολλές περιπτώσεις είναι δύσκολο να ανιχνευτούν οι αρχικοί συνειρμοί.

Στην ενεργό υποκατάσταση του Skinner αντίθετα ενίσχυση δε είναι τυχαίος και παθητικός συνδυασμός ερεθισμάτων αλλά η ίδια η αλλαγή της συμπεριφοράς που βασίζεται στα αποτελέσματα των αντιδράσεων του οργανισμού σε ορισμένα ερεθίσματα.

Τα κρίσιμα γεγονότα 0 ερεθίσματα από την άποψη των συνεπειών μια συμπεριφοράς κατατάσσονται σε τρεις  κατηγορίες:

  1. Θετικές ενισχύσεις: επίτευξη αμοιβής μετά την εμφάνιση μιας επιθυμητής συμπεριφοράς
  2. Αρνητικές ενισχύσεις: για την αποφυγή ανεπιθύμητων γεγονότων ή τιμωρίας.
  3. Έλλειψη συνεπειών και ουδέτερα συναισθήματα: Απουσία αρνητικής ή θετικής ενίσχυσης.

 

Ο Σύμβουλος κατά τη διαδικασία της Συμβουλευτικής.

Ο σύμβουλος επιχειρεί μια αλλαγή συμπεριφοράς του συμβουλευόμενου. Αυτό επιτυγχάνεται με την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών. Σύμφωνα με του συμπεριφοροριστές δεν φτάνει μόνο η κατανόηση και η καλή σχέση μετξύ συμβούλου και συμβουλευόμενου.

Βασικά η στοχοθεσία της συμπεριφοριστικής συμβουλευτικής είναι η «απομάθηση» του συμβουλευόμενου από ορισμένα πράγματα με αποτέλεσμα να λυθούν έτσι τα προβλήματά του. Για τον σκοπό αυτό γίνεται κατάλληλος προγραμματισμός των εμπειριών του πελάτη.

Η από εξάρτηση από την αρχική δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά είναι το πρώτο βήμα της θεραπείας της μάθησης. Μεγάλη σημασία έχει η επιλογή της κατάλληλης για κάθε άτομο ενίσχυσης για την εκμάθηση νέας υγιούς, δηλαδή, πιο αποτελεσματικής συμπεριφοράς.

Η επιδοκιμασία, η προσοχή και το ενδιαφέρον του συμβούλου, όταν ακολουθούν ορισμένα είδη επιθυμητών αντιδράσεων είναι δυνατόν να καθορίσουν τη μελλοντική συμπεριφορά του πελάτη. Και άλλα άτομο έξω από τον σύμβουλο, όπως δάσκαλοι, γονείς, φίλοι, μπορούν να επιστρατευθούν για να βοηθήσουν με ανάλογες ενισχύσεις τη διαδικασία της μάθησης. Υπάρχουν τέσσερις προϋποθέσεις:

  • Η ενίσχυση πρέπει να είναι αρκετά δυνατή για το άτομο, ώστε να εξακολουθήσει να πραγματοποιεί τη συμπεριφορά που ενισχύουμε.
  • Η ενίσχυση πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικά.
  • Ο Σύμβουλος πρέπει να ξέρει πότε και πως ενισχύει.
  • Ο σύμβουλος πρέπει να είναι ικανός να αποσπάσει τη συμπεριφορά που έχει προγραμματίσει να αποσπάσει.

 

Ένας τρόπος αντιμετώπισης του ψυχολογικού προβλήματος από τη θεωρία της μάθησης βασίζεται στη θεωρία της κλασικής εξάρτησης, είναι η αποεξάρτηση.

Είναι απαραίτητο επομένως να αποκαλυφθεί η αρχική δυσπροσαρμοτική συμπεριφορά και να αντιρρυθμιστεί και να αποκτήσει την επιθυμητή μορφή. Αφού ανιχνευτούν τα αρχικά και τα δευτερεύοντα ερεθίσματα που προκάλεσαν προβληματική αντίδραση (φόβο, άγχος, νευρωτική συμπεριφορά) το άτομο εκτίθεται σε σχεδιασμένες από τον σύμβουλο εμπειρίες ώστε να αναιρεθούν οι αρνητικές και να ενισχυθούν θετικές συμπεριφορές.

Π.χ. Ο πελάτης χαλαρώνει ηρεμεί και στην συνεχεία έρχεται αντιμέτωπος με ένα αρνητικά ερέθισμα που του προκαλεί άγχος (πλησίασμα ζώων, κλειστοφοβία κ.λ.π.).

Η νεύρωση κατά τη θεωρία αυτή είναι μια συμπεριφορά κατά την οποία το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με δυο ασυμβίβαστες και αντιφατικές αντιδράσεις που προκαλούν σύγκρουση και δεν κατορθώνει να βρει μια ικανοποιητική αποτελεσματική και ρεαλιστική λύση στο πρόβλημα αυτό.

Τα συμπτώματα της νεύρωσης είναι μια ακόμη μορφή μαθημένης συμπεριφοράς η οποία ενώ στοχεύει στην αποφυγή του άγχους, το παγιδεύει με τέτοιο τρόπο που το εμποδίζει να μάθει κατά τρόπο διαφορετικό οτιδήποτε συνδέεται με τη σύγκρουση και τα ερεθίσματα που την προκαλούν.

Η θεραπεία της μάθησης λοιπόν αποβλέπει στην εξάλειψη των νευρωτικών συμπτωμάτων αλλά και στην εξαφάνιση της νευρωτικής ηλιθιότητας. Σύμφωνα με τους συμπεριφοριστές η νεύρωση είναι ένα σύνολο λαθεμένων αντιδράσεων σε ορισμένα ερεθίσματα οι οποίες έχουν υποστεί  εξάρτηση. Η νευρική συμπεριφορά κατά του συμπεριφοριστές είναι θέμα συνήθειας για αυτό το άτομο πρέπει ν’ αποκτήσει άλλες συνήθειες

Συμπεριφοριστικές Μέθοδοι.

 

Στην συμπεριφοριστική συμβουλευτική χρησιμοποιούνται πολλές τεχνικές μεταξύ των οποίων και η συναισθηματική αποευαισθητοποίηση, η αποστροφή, όπως η θετική και η αρνητική ενίσχυση.

Η θετική ενίσχυση θεωρείται προτιμότερη από την αρνητική, καθώς η τελευταία προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα. Κατασκευάζονται ακόμα ειδικές ασκήσεις για την οικοδόμηση νέων ιεραρχιών ερεθίσματος – αντίδρασης και εφαρμογής της  βιωματικής συμπεριφοράς στην πραγματική ζωή.

 

Γ. Γνωστικές Θεωρήσεις.

Οι γνωστικές θεωρίες κυρίως βασίζονται σε νοητικές, νοητικές λογικές, και νοησαρχικές ιδιότητες του ανθρώπου. Ωστόσο υπάρχουν πολλές προσεγγίσεις και επίσης πολλά κοινά σημεία με τις θεωρίες της συμπεριφοράς.

Από όλες αυτές θα αναφερθούμε στην θεωρία της λογικής και του συναισθήματος ή κατά άλλους στην ορθολογιστική διάσταση της Συμβουλευτικής, η οποία δίνει έμφαση στη χρήση λογικών παρεμβάσεων σε στόχο τη διόρθωση της συγκεκριμένης λογικοσυναισθηματιής δομής. Η δομή αυτή θεωρείται από τους υποστηριχτές της θεωρίας ότι προκαλεί προβλήματα άγχους στο άτομο. Βασίζεται δε στις απόψεις και εφαρμογές του κλινικού ψυχολόγου Albert Ellis.

Ο Elliς πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι όν λογικό και παράλογο. Μπορεί να σκεφτεί και λογικά μπορεί να σκεφτεί και παράλογα. Αυτή δε η ιδιότητά του αποτελεί και την κύρια πηγή των ψυχολογικών του προβλημάτων. Η ανάπτυξη του λογικού μπορεί να τον βοηθήσει να ξεπεράσει παράλογους συναισθηματισμούς οι οποίοι τον οδηγούν σε δεινά και δυστυχίες.

Σύμφωνα με τον Ellis η σκέψη και το συναίσθημα Δεν είναι δυο διαφορετικές διαδικασίες. Πολλές φορές τα συναισθήματα αντικαθιστούν τη σκέψη με αποτέλεσμα την παραγωγή παράλογων απόψεων. Κατά συνέπεια υπάρχει μια συναισθηματική συμπεριφορά των ατόμων. Αυτή η συναισθηματική συμπεριφορά επηρεάζεται από την εσωτερική συνομιλία που κάνουν τα άτομα με τον εαυτόν τους. Αυτή εσωτερική συνομιλία μπορεί να παράγει και σειρά παράλογων σκέψεων οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά το άτομο.

Αυτός ο τρόπος σκέψεις θεωρείται αυτοκαταστροφικός. Αν όμως μάθουν τα άτομα να σκέφτονται λιγότερο παράλογα τότε μπορούν να θεραπευτούν.

Μερικές από τις παράλογες ιδέες:

  • Η ιδέα ότι πρέπει να μας αγαπούν και να μας εγκρίνουν συνεχώς σχεδόν όλοι οι άνθρωποι τους οποίους εμείς θεωρούμε σημαντικούς.
  • Η ιδέα ότι πρέπει να αποδείξουμε ότι είμαστε άνθρωποι ικανοί, επιτυχημένοι, και ότι πρέπει να είμαστε άριστοι σε κάτι.
  • Η ιδέα ότι οι άνθρωποι οι ο οποίοι μας έχουν δυσαρεστήσει είναι απορριπτέοι είναι κακοί και θέλουν το κακό μας.
  • Η ιδέα ότι η ζωή είναι ανυπόφορη αβάστακτοι και ότι ήρθε το τέλος του κόσμου.
  • Η ιδέα ότι η δυστυχία του ατόμου προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες και ότι η δεν μπορεί να αντιδράσει σε αυτούς. ¨ότι δεν έχει την ικανότητα να ελέγξει τα συναισθήματα του και να απαλλαγεί από την κατάθλιψη και την εχθρική του διάθεση.
  • Η ιδέα ότι αν κάτι προκαλεί φόβο ή είναι δυσάρεστο , πρέπει εκ των προτέρων να στεναχωριόμαστε για αυτό σα να είχε ήδη συμβεί.
  • Η ιδέα ότι η αποφυγή ορισμένων δυσκολιών είναι η πιο εύκολη για εμάς και η πιο ενδεδειγμένη λύση.
  • Ότι το παρελθόν είναι καθοριστικό για εμάς και ότι κάτι που επέδρασε κάποτε είναι καθοριστικό και οπωσδήποτε καθορίζει τα συναισθήματα και την συμπεριφορά μας.
  • Η ιδέα ότι οι άνθρωποι και τα γεγονότα θα πρέπει να ήταν καλύτερα από ότι είναι και ότι είναι τρομερό αν δεν βρίσκουμε γρήγορες και σωστές λύσεις στις αναποδιές της ζωής.
  • Η ιδέα ότι μπορούμε να καταφέρουμε να είμαστε ευτυχισμένοι χωρίς να κάνουμε τίποτα.

 

Η προσέγγιση του Ellis λέγεται A, B, C,D, E, επειδή βασίζεται στο παρακάτω σχήμα:

Α. Activity (δραστηριότητα)

Βi. Irrational  Belief (Παράλογη πεποίθηση).

Br Rational Belief (λογική πεποίθηση).

C. Consquent Affctive emotion: (Συνακόλουθη συναισθηματική, συγκινησιακή κατάσταση)

D. Dispute: Αμβισβήτηση:

Ε. Effekt: Αποτέλεσμα.

 

Η γνωστική προσέγγιση στην Συμβουλευτική διαδικασία.

 

Ο βασικός στόχος του σύμβουλου της λογικοσυναισθηματικής θεραπείας είναι να δείξει στα άτομα με συναισθηματικές διαταραχές ότι η πηγή των προβλημάτων τους είναι η λανθασμένη συνομιλία με τον εαυτόν τους. Ο Σύμβουλος επιδιώκει να βοηθήσει τον πελάτη στο να βελτιώσει αυτή την συνομιλία.

Κατά την διερεύνηση αυτών των συνομιλιών ο σύμβουλος παρεμβαίνει και διορθώνει τους παραλογισμούς του πελάτη, μερικές φορές και με επιθετικό τρόπο. Ο σύμβουλος ερμηνεύει τους συλλογισμούς και με επιχειρήματα ανατρέπει τα πρέπει του πελάτη του. Επίσης διδάσκει τον συμβουλευόμενο πως αυτή η συνομιλία μπορεί να μετατραπεί σε λογική και να βοηθήσει στην ψυχική υγεία του πελάτη του.

Ένα άλλο χαρακτηριστικά της διαδικασίας είναι η πληθώρα των τεχνικών που ο σύμβουλος δανείζεται από άλλες θεωρίες όπως η προβολική ονειροπόληση (από την ψυχανάλυση), τεχνικές συστηματικής απευαισθητοποίησης και διδασκαλίας αποτελεσματικών βημάτων με ασκήσεις γνωστικού περιεχομένου.

 

Δ. Ανθρωπιστικές Υπαρξιακές Θεωρίες.

Κεντρική θέση των ανθρωπιστικών θεωρήσεων κατέχει η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι κατά βάση καλός και άξιος προσοχής και σεβασμού για αυτό που είναι. Από τη στιγμή που κάποιος Υπάρχει είναι σημαντικός. Κατά συνέπεια σκοπός της συμβουλευτικής είναι η παροχέτευση του παραπάνω αξιώματος στο άτομο. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να πραγματοποιεί τις δικές του επιλογές για το δικό του καλό και τη δική του εξέλιξη ως προς την αξιοποίηση του δικού του δυναμικού. Οι προηγούμενες σχολές και θεωρήσεις απέτυχαν να βοηθήσουν τον άνθρωπο να εξασφαλίσει την αυτοεκπλήρωσή του, την αυτοπραγμάτωσή του, να ικανοποιήσει το δικό σύστημα αναγκών με βάση τις δικές του αξίες  και προσδοκίες.

Οι υπαρξιστές αγωνίζονται κατά του κατακερματισμού του ανθρώπου στην προσπάθειά μας να τον κατανοήσουμε. Ο άνθρωπος για αυτούς είναι μια ολότητα που βρίσκεται σε διαρκή, συνεχή και δυναμική εξελικτική πορεία, «γίγνεσθαι».Είναι ένα πολύπλοκος οργανισμός που βρίσκεται σε σχέση με το Σύμπαν. Αν και οι άνθρωποι ανήκουν στον φυσικό κόσμο, ωστόσο είναι οι μόνοι που μπορούν να σκέφτονται, ν΄ αποφασίζουν ελεύθερα  και να βάζουν σκοπούς. Κάθε άτομο πρέπει να ενεργεί σαν μια ελεύθερη οντότητα και όχι σαν μέρος ενός πλήθους.

Ο Υπαρξισμός προσπαθεί να καταλάβει τον άνθρωπο σε βάθος. Δεν τον χωρίζει σε «υποκείμενο» και «αντικείμενο». Προσπαθεί να  δει τον άνθρωπο ως μια ολότητα. Ύπαρξη είναι η Αυτογνωσία, η ατομικότητα, ο ορισμός του ιδίου ανθρώπου για το τι είναι.

Οι έννοιες της Αγωνίας και της ενοχής.

Κατά τους υπαρξιστές οι έννοιες της αγωνίας και της ενοχής είναι απαραίτητες για να καταλάβουμε την ύπαρξη. Κατά τους υπαρξιστές υπάρχουν δυνατότητες του κακού μέσα μας. Υπάρχουν δυνατότητες και πειρασμοί. Από εδώ ξεκινάει ένα πρώτο κίνητρο αγωνίας γιατί δεν υπάρχει κανένα εξωτερικό σημάδι που να μας βοηθήσει το καλό από το κακό. Τον πειρασμό από την σωτηρία. Ένα δεύτερο αίτιο αγωνίας προέρχεται από το γεγονός ότι αυτό που τελεί πάντοτε υπό κρίση είναι η αιώνια  σωτηρία η αιώνια καταδίκη μας.

Η έννοια του χρόνου.

Επειδή το άτομο βρίσκεται πάντοτε σε πορεία «γίγνεσθαι» ο χρόνος δε μπορεί να νοηθεί ως κάτι το στατικό. Σ΄ αυτή την πορεία ο άνθρωπος προβάλλει τον εαυτόν του στο μέλλον ή γυρίζει πίσω στο παρελθόν και με τον τρόπο αυτόν υπερβαίνει το παρόν.

Διαταραχές, αγωνίας και νευρωτικά συμπτώματα μπορούν να προκύψουν όταν το άτομο πιστέψει ότι δεν έχει μέλλον. Πολλές φορές το άτομο απωθεί από ότι συνείδησή του εμπειρίες από το παρελθόν  που προκαλούν πόνο ή κάποια γενικότερη απειλή. Έτσι κουβαλάει το παρελθόν του σαν ένα ξένο σώμα μέσα του. Ωστόσο, αυτό βρίσκει διεξόδους με νευρωτικά συμπτώματα.

Η κυρίαρχη έννοια του χρόνου όμως είναι το μέλλον και όχι το παρελθόν ή το παρόν. Μπορούμε να καταλάβουμε την προσωπικότητα καλύτερα ως μια προβολή του ατόμου στο μέλλον. Η εξερεύνηση του μέλλοντος που κάνει το άτομο, το διαμορφώνει και το ωθεί σε ανάλογες πράξεις.

Η έννοια της υπέρβασης και της ελευθερίας.

Οι άνθρωποι έχουν την δυνατότητα υπέρβασης μιας άμεσης παρούσας κατάστασης στην οποία βρίσκονται. Οι υπαρξιστές πιστεύουν ότι οι άνθρωποι έχουν βούληση και εκλογή, άρα έχουν ελευθερία. Σύμφωνα με την υπαρξιστική Συμβουλευτική το ελεύθερο άτομο ζει μέσα στους νόμους και στους κανόνες της κοινωνίας του αλλά δεν καθορίζεται αποκλειστικά από αυτούς. Δεν είναι κάτω από τον έλεγχό τους γιατί μπορεί να τους υπερβαίνει. Περιορίζονται από ιστορικές χωροχρονικές πολιτικοοικονομικές συνθήκες ωστόσο, αποφασίζουν οι ίδιοι για το περιβάλλον και για το ποια θα είναι η ύπαρξη τους. Δεν αποφασίζει το περιβάλλον για αυτούς.

Η ελευθερία είναι το μοναδικό θεμέλιο των αξιών. Η ελευθερία μου είναι συνδεμένη με την ελευθερία των άλλων, ουσιαστικά είναι ελευθερία δική μου.

Η Υπαρξιστική προσέγγιση στην Συμβουλευτική.

Σύμφωνα με τον Beck οι 13 παρακάτω προτάσεις αποτελούν μερικές βασικές αρχές της υπαρξιστικής Συμβουλευτικής

  • Κάθε άνθρωπος ο οποίος δεν είναι διανοητικά ανάπηρος είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του.
  • Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα για να αλλάξει τον δοσμένο φυσικό κόσμο αλλά μπορεί να τον προβλέψει και να κάνει την ζωή του καλύτερη και ευτυχέστερη.
  • Κάθε άνθρωπος οφείλει να βοηθά τους άλλους και να κατανοεί τα συναισθήματά τους γιατί το ανθρώπινο γένος είναι μόνο του σε κόσμο ψυχρό και αδιάφορο.
  • Ο άνθρωπος δημιουργεί τη φύση του. Αυτή είναι η ατομική εκλογή.
  • Ο άνθρωπος θα πρέπει να συμπεριφέρεται στους άλλους με τον τρόπο που θα ήθελε να του συμπεριφέρονται αυτοί.
  • Οι αποφάσεις θ πρέπει να παίρνονται με κριτήριο ποια θα είναι η επίδρασή τους στους άλλους ανθρώπους. Ο άνθρωπος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με αξιοπρέπεια.
  • Ο ντετερμινισμός (αιτιοκρατία) θα πρέπει να αναφέρεται στους φυσικούς νόμους  και όχι στα ανθρώπινα θέματα. Κατά συνέπεια η ελευθερία θα πρέπει να εκλογή του ανθρώπου μέσα σε πλαίσιο δοσμένου ανθρώπινου περιβάλλοντος.
  • Ο άνθρωπος προσφέρει και δέχεται βοήθεια γιατί δεν μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα μόνος του.
  • Οι επιλογές θα πρέπει να γίνονται από τον ίδιο τον άνθρωπο για τι ο σύμβουλος δεν είναι πανεπιστήμων.
  • Το τέλος της συμβουλευτική διαδικασία βοηθά τον άνθρωπο να αντιμετωπίζει καλύτερα τα προβλήματα της ζωής.
  • Ο άνθρωπος είναι μόνος του μέσα στο Σύμπαν. Είναι εύκολες οι υπερφυσικές αναφορές όμως δεν υπάρχουν αποδείξεις.
  • Ο πόνος του ανθρώπου μπορεί να ανακουφιστεί με προτάσεις από ανθρώπους που βίωσαν τα ίδια.
  • Θα ήταν σκληρό και απάνθρωπο να μην θέλουμε να κάνουμε καλό στους άλλους.

 

Ο υπαρξιστής σύμβουλος δεν κάνει αναφορά στο παρελθόν αλλά στο παρόν. Ο υπαρξιστής σύμβουλος δίνει μεγάλη σημασία στη υγιή και ειλικρινή σχέση μεταξύ συμβούλου και πελάτη.

 

Εργαλεία υπαρξιακή συμβουλευτικής.

Στην υπαρξιστική προσέγγιση έμφαση δίνεται στην κατανόηση του πελάτη. Η κατανόηση της πραγματικότητας του συμβουλευόμενου αποτελεί βασικό στοιχείο για την πορεία της συμβουλευτικής διαδικασίας. Αποφεύγεται διάχυση της πραγματικότητα του συμβούλου στην πραγματικότητα του συμβουλευόμενου. Ο σύμβουλος θα πρέπει να έχει αναπτυγμένη τη αίσθηση της «ενσυναίσθησης».

Κατά τα άλλα οι τεχνικές της υπαρξιστικής είναι ελαστικές. Αφήνουν πολλά περιθώρια ελευθερίας από πλευρά συμβούλου Ως μοναδικό σκοπό έχουν να καταλάβει ο συμβουλευόμενος την ύπαρξή του να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του.

Να μπορεί να παίρνει μόνος του αποφάσεις για τα δικά του θέματα. Μέσα από αυτή την ανάπτυξη θα φτάσει στην αυτογνωσία.

Στο σημείο αυτό υπάρχει μια διαφοροποίηση με άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις όπως η «αυτογνωσία» προηγείται της απόφασης.

Μια βασική τεχνική είναι η προσφορά διαφορετικών προοπτικών και η ενθάρρυνση  του ατόμου ότι είναι κύριος των αποφάσεων του μέσα από ερωτήσεις όπως: «Ποιες είναι οι άλλες εναλλακτικές λύσεις:». ¨όπως και μια σειρά από προτάσεις οι οποίες κυριαρχούν στις συνεδρίες της υπαρξιστικής συμβουλευτικής όπως:

«Μόνο εγώ μπορώ ν’ αλλάξω τον κόσμο που δημιούργησα»

«Δεν υπάρχει κίνδυνος για την αλλαγή»

«Για να αποκτήσω αυτό που θέλω πρέπει ν΄ αλλάξω»

«Μπορώ ν’ αλλάξω».

«Έχω τη δύναμη ν’ αλλάξω».

Σε όλα αυτά βασικό ρόλο παίζει η ενίσχυση της Θέλησης. Η ενίσχυση της θέλησης βασίζεται σε δυο κυρίως άξονες: της επιθυμίας και της εκλογής.

Η υπαρξιστική συμβουλευτική χρησιμοποιείται με πολύ καλά αποτελέσματα στην ομαδική συμβουλευτική στην οποία ακολουθούνται τα ακόλουθα στάδια:

  • Να μάθουν πως εξετάζεται από τους άλλους.
  • Να μάθουν πως με την συμπεριφορά τους διαμορφώνουν την συμπεριφορά των άλλων.
  • Να μάθουν τι συναισθήματα δημιουργούνται στους άλλου από τη δική τους συμπεριφορά.
  • Να μάθουν πως η συμπεριφορά τους διαμορφώνει τη γνώμη που έχουν για τον εαυτόν τους.

 

 

 

Ποια θεωρία επιλέγω και γιατί.

Όπως διαπιστώνουμε τις παραπάνω θεωρίες υπάρχουν ανάμεσά τους πολλές ομοιότητες και πολλές διαφορές οι οποίες οφείλονται στις διαφορετικές απόψεις για την ανθρώπινη φύση και επομένως για τη λειτουργία και τη δομή της προσωπικότητας

Άλλες θεωρίες βλέπουν τον άνθρωπο ως πλάσμα λογικό κατά βάση θετικό που είναι ικανό να αγωνισθεί υπεύθυνα και συνειδητά για την προσωπική του ελευθερία όπως τονίζει η ανθρωποκεντρική και υπαρξιακή προσέγγιση.

Άλλες πάλι θεωρούν το άνθρωπο ως μι εύπλαστη μάζα η οποί μπορεί εύκολα να μεταπλαστεί με διάφορες τεχνικές (συμπεριφορισμός), και άλλες έρμαιο τον άνθρωπο των βιολογικών του ενστίκτων (ψυχοδυναμική). Τα ερώτημα τώρα που ανακύπτει είναι κατά πόσον μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε για περισσότερα ή λιγότερα μειονεκτήματα μια επιστημονικής θεώρησης σε σχέση με τις άλλες. Στο ερώτημα αυτό δεν είναι δυνατόν να απαντήσει κανείς τόσο εύκολα όταν μάλιστα δεν έχει εντρυφήσει σε βάθος σε όλες τις προσέγγισης. Αλλά και αν αυτό δεν ίσχυε ακόμα και για ένα πιο εξειδικευμένο τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο εύκολα καθώς πολλές φορές συμβαίνει ένα φαινόμενο να ερμηνεύεται εντελώς διαφορετικά από διάφορε θεωρίες. Εκείνο παραδείγματος χάρη που η μια θεωρία αποκαλεί «κάθαρση» είναι δυνατόν μια άλλη να το ονομάζει «απευαισθητοποίηση» και η άλλη διορθωτική σχέση. Επομένως οι διαφορετικές απόψεις μπορεί να μην αλληλοσυγκρούονται αλλά να λειτουργούν συμπληρωματικά.

Ωστόσο και αφού είναι ζητούμενο στην εργασία θα επιχειρήσουμε να αιτιολογήσουμε γιατί προτιμούμε να εργαστούμε με θεωρία και γιατί «αποκλείουμε» τις άλλες όχι από θεωρητική άποψη αλλά κυρίως από πρακτική με σημείο αναφορά το αντικείμενό μας δηλαδή, τον σχολικό χώρο.

Σύμφωνα πάντα με το παρακάτω διάγραμμα.

Αν και η ψυχοδυναμική θεωρία χαρτογραφεί τη ψυχή με ένα μηχανιστικό τρόπο εντούτοις τα οι τεχνικές της δεν προσφέρονται για μαθητές Λυκείου. Οι συνεδρίες απαιτούν πολύ χρόνο και τα στελέχη θα πρέπει να έχουν σε βάθος εξειδίκευση.

Η συμπεριφοροριστική προσέγγιση αποτελεί μια καλή λύση για την εκπαίδευση καθώς μπορεί να δώσει συγκεκριμένα εργαλεία, ωστόσο εύκολα μπορεί να διολισθήσει στην απλή καθοδήγηση, καθώς δεν εξασφαλίζει τον παράγοντα «ελευθερία».

Η γνωστικές θεωρίες καλές είναι αλλά στην εφηβική ηλικία δεν νομίζω ότι μπορούν να έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Είναι δύσκολο σε ένα έφηβο να δαμάσει το συναίσθημα στην λογική.

Έτσι καταλήγουμε στην υπαρξιστική – ανθρωπιστική προσέγγιση.

Η προσέγγιση αυτή μας βοηθά στην βιωματική συμβουλευτική, στην ομαδική συμβουλευτική και γενικά τα βασικά της στοιχεί έχουν μεγάλο βαθμό συνάφειας με την ουσιαστική επικοινωνία και κατανόηση του δασκάλου προς τον μαθητή.

 

Μανδυλάς Κώστας

3ο ΕΠΑΛ ΤΑΥΡΟΥ